Από τον συνδυασμό των διατάξεων 928 και 298 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (=διαφυγόν κέρδος), αφού λόγω της ανικανότητας ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Για το ότι θα αποκόμιζε κανείς τέτοιου είδους εισοδήματα δεν απαιτείται βεβαιότητα, αρκεί να υπάρχει πιθανολόγηση, μιας και τα γεγονότα θα αξιολογηθούν από τον εκάστοτε δικαστή. Ο ζημιωθείς δε από το τροχαίο ατύχημα, πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν δημιουργείται αξίωση αποζημίωσης.
Εάν για παράδειγμα, ο τραυματισθείς εργαζόταν σε εργασία με σταθερό μισθό πριν το ατύχημα και μετά απ’ αυτό αδυνατεί να εργαστεί για λόγους υγείας για διάστημα τριών μηνών, οι τρεις αυτοί μισθοί του αποτελούν με βεβαιότητα διαφυγόντα κέρδη. Αντιθέτως, εάν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, αυτή θα απορριφθεί για λόγους ουσιαστικούς.
Σημαντικό ζήτημα επιπλέον είναι και το ότι για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο ποσοτικός προσδιορισμός της κατά το χρόνο έκδοσης της δικαστικής απόφασης, είτε εφάπαξ (σαν ένα ενιαίο ποσό που θα καταβληθεί μία φορά), είτε κατά χρονικές περιόδους (σαν επιμέρους, διακριτά ποσά που θα καταβάλλονται ανά ορισμένο διάστημα λόγου χάριν ενός μήνα).
Μία περίπτωση μελλοντικών στερήσεων- διαφυγόντων κερδών-λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η οποία συνεπάγεται αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία για το θύμα, είναι εκείνη κατά την οποία λόγω της βλάβης αυτής επηρεάζεται, μειώνεται, ή αναιρείται, η δύναμη του θύματος για εργασία και η ικανότητα του για απόκτηση εισοδημάτων. Το πρώτο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ικανότητα για την άσκηση του επαγγέλματος με το οποίο συνήθιζε να ασχολείται το θύμα, πριν συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Πχ. ένας τραυματισμός στο πόδι δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία και συνεπώς την δυνατότητα απόκτησης εισοδημάτων ενός αγρότη και ενός υπάλληλου γραφείου. Γίνεται φανερό ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα με βάση τις ατομικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες, αφού ο ίδιος τραυματισμός δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την ικανότητα προς εργασία σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επίσης και η μείωση της ικανότητας για εργασία δεν προκαλεί πάντα την ίδια περιουσιακή ζημία στον παθόντα, ή είναι πιθανόν ακόμα και να μην συνεπάγεται καμία περιουσιακή απώλεια για το θύμα. Το τελευταίο γίνεται φανερό σε περιπτώσεις που ο παθών είναι άνεργος, ή δεν εργαζόταν πριν υποστεί την βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για άλλους λόγους είτε αντικειμενικούς είτε υποκειμενικούς (λόγω του νεαρού της ηλικίας του).
Από την άλλη πλευρά για την επιμέτρηση της αποζημίωσης, απαιτείται η πρόβλεψη για το τι θα στερηθεί στο μέλλον αυτός που υπέστη την βλάβη, καθ’ ότι ο μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δεν μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση τις επαγγελματικές του ικανότητες και την κατάσταση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στο προσεχές χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το τροχαίο ατύχημα.
Για να εφαρμοσθεί τέλος το άρθρο 929 του Αστικού Κώδικα, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδημάτων από εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα που ο τραυματισθείς μη εργαζόμενος μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ζητεί να αποκατασταθεί, πρέπει να είναι προβλεπτή, τόσο ως προς την ύπαρξη, όσο και ως προς την έκτασή της, και να μην εξαρτάται από μελλοντικούς απρόβλεπτους παράγοντες, όπως την δυνατότητά του να εργασθεί μελλοντικά.
Αυτός λοιπόν που υπέστη την βλάβη, για να αποδείξει την πιθανότητα επέλευσης της μελλοντικής του ζημίας, πρέπει να στηρίξει την αγωγή του στο επάγγελμα που ασκούσε πριν από το ζημιογόνο γεγονός και στις εξ αυτού τις αποδοχές που θα λάμβανε, δηλαδή, να ισχυριστεί ότι, σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ατύχημα, θα εξακολουθούσε να ασκεί το ίδιο επάγγελμα, λαμβάνοντας τις ίδιες αποδοχές.
