Ένα από τα ισχυρότερα μέσα για την επικράτηση στην αγορά είναι αναμφίβολα η ευνοϊκή διαμόρφωση των τιμών. Η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών αποτελεί τον πυρήνα του αθέμιτου ανταγωνισμού και ο κρατικός ή συμβατικός καθορισμός των τιμών δεν συνάδει με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς. Η υποτίμηση δηλαδή με σκοπό την απόκτηση ανταγωνιστικού προβαδίσματος είναι κατ’ αρχήν νόμιμη μπορεί δε να καταστεί αθέμιτη με την συνδρομή αθέμιτων περιστατικών.
Πρέπει να αναφέρουμε σε πρώτη φάση, ότι η υποτίμηση δεν αποτελεί αθέμιτο τρόπο ανταγωνισμού, ακόμη και όταν οδηγεί στην δημιουργία «μονοπωλίου». Είναι δυνατό και νόμιμο δηλαδή, μία οικονομικά ισχυρή επιχείρηση (π.χ. μία αλυσίδα σουπερ μάρκετ), να μειώσει κατά πολύ τις τιμές της, «συρρικνώνοντας» τα λειτουργικά της έξοδα και πετυχαίνοντας ευνοϊκότερες τιμές από τους προμηθευτές. Αυτή η πρακτική, μπορεί να δημιουργεί μία άνιση μάχη μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δεν γίνεται όμως κακόβουλα και, με πρόθεση παραγκωνισμού των τελευταίων, αλλά προς όφελος της αγοράς και, περισσότερο των καταναλωτών.
Σύμφωνα άλλωστε, με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, χάριν εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, συμβαίνει συχνά στην πράξη να πωλούνται προϊόντα σε τιμές κάτω του κόστους λόγω μειωμένης ζήτησης ή, επειδή είναι εκτός εποχής ή μόδας.
Η υποτίμηση, από την άλλη, μπορεί να καταστεί αθέμιτη, όταν η επιχείρηση που προβαίνει σε αυτή αποσκοπεί στη ζημία ή χειρότερα, στην εκτόπιση ορισμένου/ορισμένων ανταγωνιστών, ώστε μόνο εκείνη να παραμείνει στην αγορά και στη συνέχεια, να ανεβάζει τις τιμές κατ’ αρέσκεια. Οι προθέσεις της επιχείρησης που διενεργεί την υποτίμηση είναι καθοριστικές και οπωσδήποτε καθίστανται αθέμιτες όταν, χωρίς προφανή εμπορικό λόγο (λ.χ. περίοδος των τακτικών-εποχιακών εκπτώσεων), πωλούνται προϊόντα σε τιμές κάτω του κόστους για ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επειδή ο σκοπός αφανισμού των ανταγωνιστών δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη, η υποτίμηση είναι ομοίως αθέμιτη και στην περίπτωση, που εξωθεί τις υπόλοιπες επιχειρήσεις να ακολουθήσουν την «ισχυρή», πωλώντας επίσης σε τιμές κάτω του κόστους τα προϊόντα τους, με κίνδυνο υποβάθμισης, αν όχι και καταστροφής του σχετικού επιχειρηματικού κλάδου.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Το αντίθετο φαινόμενο της υποτίμησης, είναι ο πληθωρισμός- η αύξηση των τιμών-ο οποίος εκτινάχθηκε βάσει έγκυρων στοιχείων στο 10,7 % στην Ελλάδα και στο 8,1% στην ευρωζώνη. Τον τελευταίο καιρό, γίνεται πολύς λόγος για τα αίτια του πληθωρισμού, ένα δε εκ των σημαντικότερων είναι η αύξηση του κόστους ενέργειας η οποία βέβαια εξαρτάται άμεσα και από την υποτίμηση που υφίσταται το ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ) έναντι του δολαρίου. Η υποτίμηση του νομίσματος οδηγεί με τη σειρά της σε ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου και της βενζίνης.
Μία ακόμη αιτία, θα μπορούσε να αναζητηθεί στην τάση των επιχειρήσεων να αυξάνουν σημαντικά τις τιμές τους (τα ονομαζόμενα «markups»), προκειμένου να διατηρήσουν υψηλά περιθώρια κέρδους, σε μία συγκυρία όπου μπορούν και πρέπει να βρουν επαρκή ζήτηση. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι στην Ελλάδα, τον Φεβρουάριου του 2022, καταγράφηκε σημαντική άνοδος στις τιμές παραγωγού, ύψους 21,9 % ενώ, σύμφωνα με μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδας, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 45,8% τους πρώτους εννέα μήνες του 2021, έναντι της μείωσης- κατά 18,9% – που είχε παρατηρηθεί την αντίστοιχη περίοδο του 2020.
Το δύσκολο ζήτημα που μένει να αντιμετωπισθεί είναι η εύρεση των κατάλληλων μέτρων αντιπληθωριστικής πολιτικής.
