Ως εμπορικός αντιπρόσωπος, νοείται «εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου».
Με τη σύμβαση αυτή, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη συνήθως για ορισμένη γεωγραφική περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Α. Βασικά χαρακτηριστικά της Σύμβασης Εμπορικής Αντιπροσωπείας
Η εν λόγω σύμβαση φέρει αμφοτεροβαρή χαρακτήρα, δηλαδή και τα δύο μέρη της σύμβασης αποκτούν από αυτήν τόσο δικαιώματα όσο και υποχρεώσεις. Επίσης υφίσταται σταθερότητα της σχέσης, με την έννοια ότι δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη συνεργασία που προκύπτει περιστασιακά αλλά αντίθετα πρέπει να υπάρχει μονιμότητα και συνέχεια της συνεργασίας.
Ο χρόνος/διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου (ήτοι οι υπηρεσίες που δεσμεύεται να παρέχει) θεωρούνται διαρκείς και λαμβάνουν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, άσχετα με το πότε θα επιλέξει ο τελευταίος να προβεί σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες προς την πραγμάτωσή της (πχ να επικοινωνήσει με πιθανούς πελάτες ή να μεταφέρει τα προς πώληση προϊόντα).
Επιπλέον, υπάρχει αυτοτέλεια και η ανεξαρτησία της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, ενώ τέλος θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ενέργεια του εμπορικού. αντιπροσώπου γίνεται πάντοτε στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, κατά την έννοια ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν συμβάλλεται με τους τρίτους-πελάτες στο δικό του όνομα, αλλά αντίθετα λειτουργεί ως εκπρόσωπος του αντιπροσωπευόμενου-εταιρείας.
Β. Ειδικά ως προς τη θέση του εμπορ. αντιπροσώπου και τη σχέση πρόστησης.
Η θέση του εμπορικού αντιπροσώπου είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος εμφανίζεται στις συναλλαγές ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, που διαθέτει δική του οργάνωση γραφείου, ρυθμίζει σύμφωνα με τη βούλησή του την ανάπτυξη της δραστηριότητάς του και φέρει ίδιαν ευθύνη.
Μεταξύ επίσης του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία/εταιρείας υπάρχει σχέση πρόστησης, χωρίς να απαιτείται να υφίσταται μεταξύ τους σχέση πλήρους εξάρτησης, αρκεί ο αντιπρόσωπος να υποχρεούται να ακολουθεί τις βασικές οδηγίες-κατευθυντήριες γραμμές του αντιπροσωπευόμενου.
Κατά το άρθρο 922 του Αστικού Κώδικα, ο κύριος ή ο προστήσας (εδώ εννοείται η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία) κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημιά που ο προστηθείς (δηλαδή ο εμπορικός αντιπρόσωπος) προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Ο σκοπός της ως άνω διάταξης έχει θεσπιστεί για να θεμελιώσει ευθύνη σε βάρος του προστήσαντος ως καθαρή αντικειμενική ευθύνη για αλλότρια πράξη. Συνεπώς, εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δρώντας εντός των πλαισίων της συμβάσεως που έχει συνάψει με την εταιρεία και δίνοντας την εντύπωση ότι λειτουργεί κατά τη στιγμή εκείνη ως όργανο-εκπρόσωπος της εταιρείας, ζημιώσει παράνομα και υπαίτια κάποιον τρίτο (πχ πελάτη-καταναλωτή), θα έχει ως επακόλουθο να δημιουργήσει αστική ευθύνη και της εν λόγω εταιρείας για αποκατάσταση της ζημίας στον ζημιωθέντα.
Γ. Ως προς τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας και του εμπορικού αντιπροσώπου από τη μεταξύ τους σύμβαση.
Πρωτίστως ο εμπορικός αντιπρόσωπος, οφείλει να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου-εταιρείας, να ασχολείται με τη δέουσα επιμέλεια κατά τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη πράξεων με τρίτους που του έχουν ανατεθεί, να ανακοινώνει στην εταιρεία κάθε απαραίτητη ή χρήσιμη πληροφορία που διαθέτει και να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις της εταιρείας και με τις διατάξεις περί αντιπροσωπείας και εντολής.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία από την εταιρεία ως προς τον τόπο, το χρόνο, τη διάρκεια και την παροχή της εργασίας του.
Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των σχέσεών της με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, να θέτει στην διάθεση του εμπορικού αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εκάστοτε εμπορεύματα.
Επίσης ο αντιπροσωπευόμενος, οφείλει να παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο, τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και ιδίως να ειδοποιεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε κανονικά να αναμένει.
Η υποχρέωση αυτή της εταιρείας είναι πολύ σημαντική και πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα διότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αμείβεται με ποσοστά επί των πωλήσεων κι ως εκ τούτου, θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των πραγμάτων πάνω στην αγορά, για τις υποθέσεις που τον αφορούν.
Επίσης, η εταιρεία οφείλει να ενημερώνει τον εμπορικό αντιπρόσωπο σχετικά με την εκ μέρους του αποδοχή ή απόρριψη, καθώς και για την εκτέλεση ή μη μιας εμπορικής πράξης για την οποία μεσολάβησε.
Εφόσον παραβιαστούν από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη οι προβλεπόμενες από το νόμο ή τη σύμβαση υποχρεώσεις, ο αντισυμβαλλόμενος που ζημιώθηκε έχει δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας του, ενώ φυσικά παρέχεται και δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι επίσης υποχρεωμένος να εγγραφτεί στο Εμπορικό Επιμελητήριο, την Οικονομική Εφορία (ΔΟΥ) του τόπου όπου ασκεί τα το επάγγελμά του και φυσικά στο αντίστοιχο ταμείο ασφαλίσεως εμπόρων.
Πρέπει να σημειωθεί επιπλέον, ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος υπέχει φυσικά και υποχρέωση μη ανταγωνισμού της εταιρείας με την οποία συνεργάζεται. Τέλος, τα συμβαλλόμενα μέρη αμφότερα θα πρέπει φυσικά να επιδεικνύουν κατά την εκτέλεση της σύμβασης και καθ’όλη τη διάρκεια αυτής καλή πίστη και να δρουν νόμιμα και εντός των ορίων της σύμβασης αυτής.
Δ. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας.
Είναι δυνατόν τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή εταιρεία και εμπορ. αντιπρόσωπος, να συμφωνήσουν ότι ο δεύτερος, μετά τη λήξη της σύμβασής τους, θα απαγορεύεται να ασκεί τις έως τότε επαγγελματικές δραστηριότητες που διενεργούσε για τα συμφέροντα άλλης εταιρείας (ανταγωνιστή).
Η ρήτρα αυτή προβλέπεται ρητά στο νόμο και είναι έγκυρη, εφόσον όμως: α) έχει συνομολογηθεί εγγράφως και β) αφορά το γεωγραφικό τομέα, την ευθύνη του οποίου είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος καθώς και τον τύπο των εμπορευμάτων-προϊόντων των οποίων είχε την αντιπροσωπεία σύμφωνα με την σύμβαση.
