Ο ανταγωνιστής μπορεί ελεύθερα, κατ’ αρχήν, να προσφέρει σε εργαζομένους άλλης επιχείρησης καλύτερους όρους εργασίας από αυτούς τους οποίους απολαμβάνουν, ακόμα και αν η απόσπασή τους πλήττει καίρια την πρώτη επιχείρηση, που θα στερηθεί τις αναγκαίες υπηρεσίες εξειδικευμένων στελεχών. Έχει σημασία δε, να διακρίνουμε πότε μία τέτοια πρακτική υπερβαίνει τα όρια του θεμιτού-ελεύθερου ανταγωνισμού.
ΕΙΔΗ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ
Πρώτη μορφή απόσπασης εργατικού δυναμικού είναι η παρότρυνση του εργαζομένου για αθέτηση της συμβάσεώς του. Μπορεί να καταστεί αθέμιτη, εάν ο τρίτος-παροτρύνων δρα κακόβουλα και επιδιώκει πάσει θυσία να επηρεάσει τη βούληση του εργαζομένου, ώστε αυτός να αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τη ζημία που μπορεί να προκληθεί στον ανταγωνιστή-εργοδότη του παροτρυνόμενου. Οπωσδήποτε βέβαια, παίζουν ρόλο και τα ειδικά περιστατικά όπως το αν γίνεται πρόσληψη του εργαζομένου με σκοπό την πληροφόρηση απ’ αυτόν επαγγελματικών απορρήτων του ανταγωνιστή.
Δεν είναι αντιθέτως, συμπεριφορά αθέμιτου ανταγωνισμού η εκμετάλλευση σύμβασης εργασίας η οποία έχει ήδη αθετηθεί. Εργαζόμενος ο οποίος παραιτήθηκε ή αποχώρησε από την επιχείρηση που εργαζόταν επειδή παραβίασε με δική του πρωτοβουλία, τις συμβατικές του υποχρεώσεις, και, χωρίς την υποκίνηση εκ μέρους κάποιου ανταγωνιστή μπορεί κανονικά να προσληφθεί από άλλο εργοδότη.
Ομοίως δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό από μόνο του, το γεγονός της αποχώρησης ομάδας εργαζομένων από μία επιχείρηση με σκοπό την ίδρυση άλλης επιχείρησης με συναφές αντικείμενο, ή, η ανακοίνωση της ίδρυσης νέας επιχείρησης στους πελάτες της παλιάς από τα πρώην στελέχη.
Επιλήψιμη όμως γίνεται οπωσδήποτε η συμπεριφορά του ανταγωνιστή, όταν συντρέχουν επιβαρυντικά στοιχεία όπως δωροδοκία δυσαναπλήρωτων στελεχών ή η ψευδής προσφορά σ’ αυτά σημαντικά υψηλότερου μισθού από αυτόν που λάμβαναν (εξαπάτηση), προκειμένου να εγκαταλείψουν τον έως τώρα εργοδότη τους.
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΗΤΡΑΣ ΜΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Ρήτρα ανταγωνισμού είναι μία διάταξη στη σύμβαση του εργαζομένου, με την οποία προβλέπεται για αυτόν μια υποχρέωση παράλειψης για το μετά την αποχώρησή του από την επιχείρηση χρονικό διάστημα. Η υποχρέωση αυτή αφορά σε παράλειψη άσκησης ανταγωνιστικών πράξεων από τον εργαζόμενο, σχετικών με το αντικείμενο και την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί η επιχείρηση από την οποία αποχώρησε. Αυτονόητο δε είναι ότι η υποχρέωση αυτή υφίσταται και καθ’ όλη τη διάρκεια απασχόλησης του εργαζομένου στην επιχείρηση, υπό την μορφή της «υποχρέωσης πίστης».
Φορείς της υποχρέωσης πίστης, και μετέπειτα υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνισμού είναι, σύμφωνα με το νόμο, σχεδόν όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται σε μία επιχείρηση, ιδίως ο εταίρος προσωπικής εταιρείας (στις οποίες η υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας είναι ακόμα πιο σημαντική), τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, οι διαχειριστές των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης καθώς και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών.
Η ρήτρα ανταγωνισμού τέλος, δύναται υπό συγκεκριμένες συνθήκες να κριθεί καταχρηστική από το δικαστή και να συνιστά κατ’επέκταση αθέμιτη συμπεριφορά. Η εγκυρότητα της κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τη διάρκεια ισχύος της, την κατά τόπο έκτασή της και το είδος της επαγγελματικης δραστηριότητας που απαγορεύει. Εάν λόγου χάριν, η χρονική διάρκειά της είναι 3 έτη μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας (υπερβολικά μεγάλη) ή απαγορεύει στον εργαζόμενο την άσκηση ομοειδούς επαγγελματικής δραστηριότητας εντός οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας (!) μπορεί να κριθεί καταχρηστική λόγω υπέρμετρης δέσμευσης της επαγγελματικής και οικονομικής ελευθερίας του εργαζομένου (άρθρο 5 του Συντάγματος και άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα περί ιδιωτικής αυτονομίας).
