Σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ: «απόφαση της Συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο Νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το Δικαστήριο, ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης Σωματείου, καθώς και οι αποφάσεις των άλλων οργάνων του (Διοικητικού Συμβουλίου και Εφορευτικής Επιτροπής), εφόσον αντιβαίνουν στο Νόμο ή το καταστατικό, είναι άκυρες, η δε ακυρότητά τους αυτή, ένεκα γενικότερων λόγων δημόσιας τάξεως και ασφαλείας των συναλλαγών, απαιτείται απαραιτήτως να κηρυχθεί από το Δικαστήριο κατόπιν έγερσης σχετικής αγωγής. Αναφύεται, ωστόσο, εν προκειμένω το εύλογο και κρίσιμο ερώτημα, εάν δηλαδή η παραβίαση μιας διάταξης Νόμου ή του καταστατικού αρκεί από μόνη της για την πρόκληση της ακυρότητας ή εάν απαιτείται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του Νόμου ή του καταστατικού και της ληφθείσας απόφασης.
Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα εντοπίζεται μέσω της Νομολογίας των Δικαστηρίων της Χώρας, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται δεκτό ότι για τη θεμελίωση του ακυρώσιμου της ληφθείσας απόφασης δεν αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου ή του καταστατικού, αλλά εξετάζεται αν η συγκεκριμένη παράβαση άσκησε επιρροή στη λήψη της απόφασης και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Η αποδοχή, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ακυροτήτων ανεξαρτήτως αιτιώδους συνάφειας θα αποτελούσε αφόρητη τυπολατρία και δεν θα εξυπηρετούσε τα αληθινά συμφέροντα τόσο των μελών όσο και του σωματείου, θα έθετε δε τη λήψη των αποφάσεων υπό τον συνεχή κίνδυνο ανατροπής τους με δικαστική απόφαση.
Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι μόνο όταν παραβιάζονται κανόνες προβλεπόμενοι από το Νόμο ή το καταστατικό, που εξασφαλίζουν τη νομιμότητα κατά τη θεσμική λειτουργία του συγκεκριμένου οργάνου του σωματείου (π.χ. παράβαση διάταξης σχετικά με τη μυστικότητα ψηφοφορίας, άσκηση εξουσιών από πρόσωπα άλλα από εκείνα που ορίζει ο Νόμος ή το καταστατικό κ.λπ.), δεν αναζητείται η αιτιώδης συνάφεια της παράβασης με την απόφαση που ελήφθη και το κατά πόσο η παράβαση αυτή την επηρέασε (κάτι άλλωστε δυσχερές), διότι οι κανόνες αυτοί έχουν θεσπισθεί για να προστατεύουν τα δικαιώματα τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας των μελών του σωματείου.
Αντιθέτως, στις λοιπές περιπτώσεις παραβάσεων του Νόμου ή του καταστατικού Σωματείου (π.χ. ανεπίτρεπτη συμμετοχή στην ψηφοφορία προσώπων, ανεπίτρεπτος αποκλεισμός από αυτήν προσώπων, μη καταχώρηση ενστάσεως από την εφορευτική επιτροπή κ.λπ.), προσαπαιτείται η παράβαση να επέδρασε αιτιωδώς στο αποτέλεσμα της ληφθείσας απόφασης. Εξάλλου, κατά τη μάλλον κρατούσα στη Νομολογία άποψη, στοιχείο της ιστορικής βάσης της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 101 ΑΚ αποτελεί, μεταξύ άλλων, η συνδρομή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως του Νόμου ή του καταστατικού και της απόφασης που ελήφθη από τα όργανα του Σωματείου (ή του Συνεταιρισμού), την οποία πρέπει να επικαλεσθεί ο ενάγων, διαφορετικά η αγωγή του τυγχάνει απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αντίθετη εκδοχή ότι το εναγόμενο Σωματείο (Συνεταιρισμός) πρέπει να επικαλεσθεί, υπό τη μορφή ενστάσεως, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, διότι διαφορετικά επιβαρύνεται αδικαιολόγητα η θέση του ενάγοντος, δε φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στον Νόμο, όπου στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ νομίμου λόγω ευθύνης και αποτελέσματος αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής.
