ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ VS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΜΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Η σύγκρουση συμφερόντων των μελών του διοικητικού συμβουλίου έναντι της Α.Ε., είναι δυνατό να εμφανισθεί και με τη μορφή της διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων από μέρους των μελών του Δ.Σ. Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόσφατος νόμος (ν. 3538/2018) εμπεριέχει ειδική, σχετική, απαγόρευση, την υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού (άρθρο 98) η οποία συνδέεται άρρηκτα και με την υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας.
Περισσότερα…
Το άρθρο 98 του νόμου προβλέπει: «Απαγορεύεται στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνέλευσης ή σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μόνοι μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς». Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δικαιολογείται πλήρως αρκεί να αναλογιστεί κανείς το εύρος και είδος των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους όσοι ασκούν τη διοίκηση της εταιρείας. Πρόκειται για απόλυτα εμπιστευτικές πληροφορίες που συνδέονται, εν τέλει, με την προσπάθεια επικράτησης της ανώνυμης εταιρείας έναντι των ανταγωνιστών της.
Χρειάζεται όμως επαρκής προσδιορισμός των ατόμων που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές. Η απαγόρευση ανταγωνισμού αφορά κάθε πρόσωπο το οποίο μετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της Α.Ε. Να είναι, δηλαδή, μέλος του διοικητικού συμβουλίου είτε ύστερα από διορισμό του απευθείας από μέτοχο (με βάση καταστατική ρύθμιση) είτε με βάση προσωρινό διορισμό του (:με βάση δικαστική απόφαση). Η απαγόρευση όμως, αφορά εξίσου και τους διευθυντές-δηλαδή τα υποκατάστατα όργανα του Διοικητικού Συμβουλίου. Η συγκεκριμένη μάλιστα απαγόρευση δεν διαφοροποιείται στην περίπτωση του μονομελούς διοικητικού όργανο, υπό την επιφύλαξη φυσικά, της μη σύμπτωσης στο ίδιο πρόσωπο των ιδιοτήτων του διοικητή και του μοναδικού μετόχου (στην περίπτωση της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας).
Κατά την κρατούσα και μάλλον πιο σωστή άποψη, η απαγόρευση αυτή αφορά αδιακρίτως τόσο τα εκτελεστικά όσο και τα μη εκτελεστικά όργανα της Α.Ε. Και τούτο καθώς δεν διαφοροποιείται στο νόμο το εύρος της υποχρέωσης πίστης των τελευταίων έναντι της ΑΕ. Υποστηρίζεται επίσης ότι η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει, ομοίως, και τους εκκαθαριστές, στους οποίους αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διαχείριση (άρθρο 167 παράγραφος 2 του νόμου 4548/2018).
Εξακολουθεί όμως να εμπίπτει στην απαγόρευση ανταγωνισμού η διενέργεια πράξεων από τα υπόχρεα πρόσωπα, οι οποίες υπάγονται στους καταστατικούς σκοπούς. Επίσης, η συμμετοχή των υπόχρεων προσώπων ως ομορρύθμων εταίρων σε προσωπικές εταιρείες που επιδιώκουν τους ανωτέρω σκοπούς. Περαιτέρω, όμως, η νέα διάταξη απαγορεύει, ρητά, στα πρόσωπα αυτά να μετέχουν ως μόνοι μέτοχοι ή ως εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς με την ΑΕ.
Παράλληλα, σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας «…ανταγωνιστικές πράξεις θεωρούνται εκείνες που είναι όμοιες με αυτές που εμπίπτουν στο περιεχόμενο του εταιρικού σκοπού. Έτσι στην ανταγωνιστική δραστηριότητα περιλαμβάνεται ο άμεσος ανταγωνισμός με την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχειρήσεως, αλλά και ο έμμεσος, με τη συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση».
Ως εταιρικοί σκοποί νοούνται τέλος, όσοι προβλέπονται από το καταστατικό. Ωστόσο, μείζονος σημασίας αποδεικνύεται η πραγματική οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας. Στην δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνονται τόσο οι ήδη ασκούμενες δραστηριότητες της ΑΕ όσο και οι μελλοντικές. Εκείνες δηλαδή που είναι πιθανό (πολύ περισσότερο: αναμενόμενο) να ασκηθούν ακόμα και σε διαφορετική, συγγενή, αγορά.
