Στα πλαίσια διαφορών που προκύπτουν από τροχαία ατυχήματα, αρκετά συχνά αιτούμενη και σημαντική από οικονομικής άποψης είναι η συνιστάμενη σε δαπάνη για βελτιωμένη διατροφή αξίωση αποζημίωσης. Η εν λόγω αξίωση εμπίπτει στο εννοιολογικό περιεχόμενο των νοσηλίων, ήτοι των δαπανών εκείνων που ήταν ή πρόκειται να είναι στο μέλλον αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος πράγματι προέβη σε αυτές, περιλαμβάνεται στο αιτητικό των περισσοτέρων συναφών αγωγών, πλην όμως για την επιδίκασή της πρέπει αφενός να εκτίθενται λεπτομερώς στοιχεία και δεδομένα για το ορισμένο της προβολής της, αφετέρου να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, σε περίπτωση έγερσης αξίωσης αποζημίωσης ενόψει αυτοκινητικού ατυχήματος, συνιστάμενης σε δαπάνη πρέπει, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1α΄ και β΄ ΚΠολΔ να αναφέρονται και να εξειδικεύονται:
α) ποια ήταν η τροφή, την οποία ελάμβανε ο παθών προ του ατυχήματος, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή,
β) σε τι συνίσταται η βελτιωμένη διατροφή μετά το ατύχημα και τι μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και αντί πόσου τιμήματος ανά μονάδα, καθώς και ποια είναι η θερμιδική αξία αυτής.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται ενόψει κάθε σωματικής κάκωσης, αλλά μόνο όταν αυτή επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά κανόνα αποκλείεται όταν η βελτιωμένη διατροφή περιλαμβάνεται κατά περιεχόμενο στο καθημερινό διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου.
Σε απόλυτη αντιστοιχία προς τα ήδη αναφερθέντα, τα Δικαστήρια δεν προχωρούν καν στον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας, αλλά απορρίπτουν ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης δαπάνης για βελτιωμένη διατροφή όταν δεν προσδιορίζεται εκ μέρους του ενάγοντος στο εισαγωγικό δικόγραφο ποια ήταν η τροφή που ελάμβανε κατά το προ του ατυχήματος χρονικό διάστημα, ώστε να κριθεί η ανάγκη του για βελτιωμένη τροφή, πόσες μονάδες βάρους (ή άλλου είδους μονάδα) λαμβάνει και έναντι πόσου τιμήματος ανά μονάδα.
Απορρίπτεται, δε, ως ουσία αβάσιμο αγωγικό αίτημα, το οποίο αφορά την καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα λόγω δαπανών βελτιωμένης διατροφής, στην περίπτωση που ο ίδιος δεν αποδείξει ότι οποιαδήποτε τυχόν βελτίωση της διατροφής του έγινε κατόπιν υπόδειξης του θεράποντος ιατρού του, δια της προσκόμισης οιασδήποτε σχετικής ιατρικής βεβαίωσης ή υπόδειξη προς τούτο.
Κλείνοντας, επισημαίνεται ότι αφενός η βελτιωμένη διατροφή δεν χορηγείται σε κάθε περίπτωση σωματικής κάκωσης, αλλά μόνο όταν αυτό επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους, αφετέρου ότι σε κάθε περίπτωση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι διατροφικές συνήθειες του σύγχρονου μέσου πολίτη καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες ακόμα και ενός εξασθενημένου οργανισμού, εφόσον περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά, κρέας, ψάρι και φρούτα, με συνέπεια η συνήθης διατροφή να καλύπτει τη βελτιωμένη με την έννοια που δίνεται από τον εκάστοτε ενάγοντα (ΕφΛαμ 22/2010, Επιδικία 2011/47, Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 1998, παρ. 221), καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαιρετικά δυσχερή την επιδίκαση της εν λόγω αξίωσης.
