Ερμηνεύοντας τον ισχύοντα – με ορισμένες τροποποιήσεις- ήδη από το 1914 νόμο, η παραπλανητική για το κοινό διαφήμιση συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει υποχρέωση αποζημίωσης για τον παραβάτη. Η διαφήμιση εμπίπτει στον ελεύθερο ανταγωνισμό μόνο εάν όσα δηλώνονται μέσω αυτής είναι αληθή και συνάδουν πράγματι με τα χαρακτηριστικά του διαφημιζόμενου προϊόντος.
Για να είναι μία διαφήμιση παραπλανητική και κατ’ επέκταση παράνομη θα πρέπει οι πληροφορίες που περιλαμβάνει για το προϊόν να είναι σε τέτοιο βαθμό εσφαλμένες και ανακριβείς έτσι ώστε ο καταναλωτής να οδηγείται ασυνείδητα στην αγορά του. Εάν δε οι πληροφορίες της διαφήμισης για το προϊόν ήταν αληθείς ο καταναλωτής σε καμία περίπτωση δεν θα το αγόραζε. Το κέρδος δηλαδή του επιχειρηματία αποκτάται μέσω τέτοιας διαφήμισης με αθέμιτο τρόπο.
Η «απάτη» του καταναλωτή επιπλέον, γίνεται ακόμη πιο εύκολη με τον βομβαρδισμό που υφιστάμεθα καθημερινά πια από διαφημίσεις όχι τόσο από τον τύπο αλλά κυρίως από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Τα παραδείγματα λοιπόν στην πράξη είναι πολλά και διαφορετικά:
- Διαφημίζεται σε φυλλάδιο μία ηλεκτρονική συσκευή σε ασυνήθιστα χαμηλή τιμή, όταν όμως ο καταναλωτής εμφανίζεται στο κατάστημα για να την αγοράσει ενημερώνεται ότι στην τιμή δεν συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.
- Διαφημίζεται στην τηλεόραση χάπι αδυνατίσματος το οποίο αφενός υπόσχεται ταχύτατη απώλεια κιλών και αφετέρου δηλώνεται ότι έχει προηγηθεί έγκριση του από ιατρούς. Στην πραγματικότητα ούτε έχει ελεγχθεί από ιατρούς ούτε είναι αποτελεσματικό.
- Διαφημίζεται στο ραδιόφωνο ότι ένα μαγαζί επίπλων κλείνει και ξεπουλάει προσφέροντας όλο το εμπόρευμα σε τιμές «στοκ», απλώς και μόνο για να το επισκεφθούν οι καταναλωτές ενώ στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει αυτό.
- Διαφημίζεται κινητό τηλέφωνο σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, αναφέροντας ρητά στην περιγραφή του ότι αποστέλλεται μαζί με ενσύρματα ακουστικά και φορτιστή ενώ τελικά όταν ο καταναλωτής το παραλαμβάνει ενημερώνεται ότι αυτά πωλούνται χωριστά.
Η θεμελίωση του δικαιώματος του καταναλωτή που υπήρξε θύμα παραπλανητικής διαφήμισης συνήθως δεν είναι εύκολη μιας και δεν αρκεί να περιλαμβάνει η διαφήμιση ανακριβείς δηλώσεις. Πρέπει επιπροσθέτως να αποδειχθεί, ότι η διαφήμιση επηρέασε ουσιαστικά την βούληση και την πρόθεση του καταναλωτή, πληροφορώντας τον ψευδώς και με εμφατικό τρόπο για τις ιδιότητες του προϊόντος που δεν ανταποκρίνονται, ούτε μερικώς, στην πραγματικότητα.
Οποιοδήποτε καταναλωτής που αγόρασε ένα προϊόν το οποίο δεν θα αγόρασε εν τέλει, εάν γνώριζε την πραγματική του κατάσταση και τα αληθινά του χαρακτηριστικά, και, σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν ανταποκρίνεται καθόλου σε όσα παρουσιάζονται στην διαφήμιση, δικαιούται να προβεί σε καταγγελία. Αυτό μπορεί να γίνει είτε δικαστικά, είτε επώνυμα σε κάποιον από τους αρμόδιους φορείς οι οποίοι είναι:
- Η Γενική Γραμματεία του Καταναλωτή,
- Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) και
- 3. Η Ένωση Εταιρειών Διαφήμισης & Επικοινωνίας Ελλάδος.
